Δυσκοιλιότητα

Η δυσκοιλιότητα είναι δύσκολη να καθοριστεί με ακρίβεια, επειδή υπάρχει μεγάλη ποικιλία των φυσιολογικών συνηθειών του εντέρου.

Αναφέρεται ως δυσκοίλιο το άτομο, όταν η αφόδευση γίνεται πιο λίγες από τρεις φορές την εβδομάδα.

Αυτό όμως δεν είναι ικανοποιητικός χαρακτηρισμός, γιατί μπορεί να υπάρχει καθημερινή αφόδευση, αλλά με σημαντικά ενοχλήματα που προκαλούνται από σκληρά κόπρανα που αποβάλλονται δύσκολα, υπάρχει φούσκωμα στο κάτω τμήμα της κοιλιάς και το αίσθημα της ατελούς κένωσης.

Η δυσκοιλιότητα είναι δύσκολη να καθοριστεί με ακρίβεια, επειδή υπάρχει μεγάλη ποικιλία των φυσιολογικών συνηθειών του εντέρου.

Η δυσκοιλιότητα είναι η κινητική διαταραχή της διάβασης του εντερικού υπολείμματος δια του παχέος εντέρου ή της λειτουργίας του ορθού (τελικό τμήμα του εντέρου) και του πρωκτού.

Η δυσκοιλιότητα προκαλείται από την επίδραση διαφόρων παθήσεων που επηρεάζουν το γαστρεντερικό σωλήνα ή από ορισμένα φάρμακα που προκαλούν μειωμένη κινητικότητα του εντέρου, όπως γαγγλιοπληγικά, οπιοειδή ή/και αντικαταθλιπτικά.

Δυσκοιλιότητα προκαλεί επίσης η διανοητική και σωματική εξασθένηση, η διατροφή στερούμενη φυτικού υπολείμματος, το άγχος, η ψυχολογική ένταση και ο σπασμός του σφιγκτήρα του πρωκτού από αιμορροϊδες ή ραγάδες. 

Η χρόνια δυσκοιλιότητα είναι πολύ συχνή και μεγάλο ποσοστό ατόμων παίρνει καθαρτικά καθημερινά για να γίνει δυνατή η αφόδευση.

Ο γρήγορος και καταναγκαστικός ρυθμός της ζωής αμβλύνει την ανταπόκριση του ατόμου στα ερεθίσματα για την έναρξη της αφόδευσης με αποτέλεσμα τα σκληρά και μεγάλα σε όγκο κόπρανα να πληρούν το τελικό τμήμα του εντέρου, δηλαδή το ορθό, οπότε επιτείνεται η δυσκολία για την κένωση.

Η θεραπευτική αγωγή της δυσκοιλιότητας πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να γίνεται εκτίμηση της διάρκειας και σοβαρότητάς της, της ηλικίας και των διαταραχών της υγείας που συνυπάρχουν.

Η συμπτωματική αγωγή για τη δυσκοιλιότητα είναι εμπειρική και αρχικά πρέπει να ακολουθείται διαιτητική αγωγή με φρούτα, λαχανικά, ψωμί ολικής αλέσεως και δημητριακά.

Καθαρτικά που αυξάνουν τον όγκο των κοπράνων αποτελούνται από φυσικούς πολυσακχαρίτες, όπως το ψύλλιο ή παράγωγα της κυτταρίνης, που έχουν παρόμοια δράση με τις φυτικές ίνες.

Στην περίπτωση αυτή απαιτείται σημαντική αύξηση της ποσότητας του πόσιμου νερού.

Επίσης, το παραφινέλαιο με υποκλυσμό μαλακώνει τα κόπρανα και ευκολύνει την κένωση.

Καθαρτικά όπως το καστορέλαιο και η σέννα διεγείρουν την εντερική έκκριση και αυξάνουν την κινητικότητα του εντέρου.

Πόπη Χαραμή, Φαρμακοποιός
ΧΑΡΑΜΗ ΑΕ
www.y-o.gr

Κοινοποιήστε το Άρθρο:


Με την περιήγησή σας στο y-o.gr αποδέχεστε την χρήση cookies.