Αυτά Είναι τα Καλύτερα Φυτικά Υποκατάστατα Γάλακτος

Μπορεί το γάλα ζωικής προέλευσης να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της διατροφής μας, όμως τα τελευταία χρόνια οι θετικές επιδράσεις του στον οργανισμό αμφισβητούνται.

Υπάρχει μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που έχει εμφανίσει δυσανεξία στη λακτόζη, μία ουσία που περιέχεται στα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Επιπλέον, η στροφή πολλών ανθρώπων στην χορτοφαγική διατροφή τους έχει κάνει να προτιμούν προϊόντα μη ζωικής προέλευσης.

Ένα από αυτά είναι και το γάλα.

Τα φυτικά υποκατάστατα γάλακτος κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος στην αγορά και μάλιστα πολλά από αυτά φημίζονται και για τις θετικές επιδράσεις τους στον οργανισμό.

Γάλα σόγιας

Το γάλα σόγιας φτιάχνεται από τον σπόρο της σόγια ενώ συχνά περιέχει πηκτικά και φυτικά έλαια, για να βελτιωθεί η γεύση και η πυκνότητά του.

Λειτουργεί καλύτερα ως υποκατάστατο του αγελαδινού γάλακτος σε γλυκά πιάτα, στον καφέ ή με δημητριακά.

Το γάλα σόγιας περιέχει λιγότερες θερμίδες, υδατάνθρακες και λιπαρά από το αγελαδινό ενώ είναι ρόφημα με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτική πρωτεϊνη και αμινοξέα.

Από την άλλη πλευρά, η σόγια έχει γίνει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες τροφές παγκοσμίως και οι άνθρωποι συχνά ανησυχούν για τις επιδράσεις της στον οργανισμό μας καθώς ενδέχεται να επηρεάζει τους υποδοχείς οιστρογόνων στο σώμα και τη λειτουργία των ορμονών.

Οι ανησυχίες αυτές ωστόσο δεν έχουν επιβεβαιωθεί επιστημονικά, παρόλα αυτά ενδείκνυται η κατανάλωσή της σόγιας με μέτρο.

H στροφή πολλών ανθρώπων στην χορτοφαγική διατροφή τους έχει κάνει να προτιμούν προϊόντα μη ζωικής προέλευσης.

Γάλα αμυγδάλου

Φτιάχνεται από ολόκληρα αμύγδαλα ή βούτυρο αμυγδάλου και νερό.

Έχει ανάλαφρη υφή και μια ήπια και γλυκιά γεύση.

Μπορεί να προστεθεί στον καφέ και στο τσάι και να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο του αγελαδινού γάλακτος στα γλυκά και στα αρτοσκευάσματα.

Σε σύγκριση με το γάλα ζωικής προέλευσης, περιέχει λιγότερο από ένα τέταρτο θερμίδες και λιγότερο από το μισό λιπαρά.

Έχει επίσης σημαντικά λιγότερες πρωτεΐνες και υδατάνθρακες.

Επιπλέον, το γάλα αμυγδάλου αποτελεί φυσική πηγή βιταμίνης  και αντιοξειδωτικών. 

Από την άλλη όμως, τα αμύγδαλα περιέχουν φυτικό οξύ, μια ουσία που προσδένεται στο σίδηρο, στον ψευδάργυρο και το ασβέστιο και μειώνει την απορρόφησή τους από το σώμα.

Γάλα καρύδας

Το γάλα καρύδας παρασκευάζεται από νερό και λευκή σάρκα των καφέ καρύδων και αποτελεί μια πιο αραιωμένη εκδοχή του γάλακτος καρύδας.

Το γάλα καρύδας έχει κρεμώδη υφή και γλυκιά, αλλά διακριτική γεύση.

Περιέχει το ένα τρίτο των θερμίδων του αγελαδινού γάλακτος, τα μισά λιπαρά και σημαντικά λιγότερες πρωτεΐνες και υδατάνθρακες. 

Από την άλλη πλευρά, μια πρόσφατη μελέτη αποκάλυψε ότι το γάλα καρύδας μπορεί να ανεβάζει τα επίπεδα της «κακής» χοληστερίνης (LDL) σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ότι τα ακόρεστα έλαια.

Παρόλα αυτή η κατανάλωση μέτριας ποσότητας γάλακτος καρύδας ως μέρος μιας ισορροπημένης, υγιεινής δίαιτας δεν χρειάζεται να εγείρει καμία ανησυχία.

Τα φυτικά υποκατάστατα γάλακτος κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος στην αγορά και μάλιστα πολλά από αυτά φημίζονται και για τις θετικές επιδράσεις τους στον οργανισμό.

Γάλα βρώμης

Στην απλούστερη μορφή του, το γάλα βρώμης φτιάχνεται από μια μίξη βρώμης και νερού ενώ συχνά προστίθενται επιπλέον συστατικά, όπως έλαια και αλάτι για να επιτευχθεί η επιθυμητή γεύση και υφή.

Το γάλα βρώμης είναι φυσικά γλυκό και ήπιο στη γεύση ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιείται το αγελαδινό γάλα. 

Παράλληλα, περιέχει παρόμοιο αριθμό θερμίδων με το αγελαδινό, σχεδόν διπλούς υδατάνθρακες και περίπου τη μισή ποσότητα πρωτεϊνών και λιπαρών.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το γάλα βρώμης έχει υψηλά επίπεδα φυτικών ινών και β- γλυκάνης, ένα τύπο διαλυτών ινών που διαμορφώνει ένα λεπτό τζελ καθώς περνά από το έντερο.

Έρευνες έχουν αποδείξει ότι η β-γλυκάνη βοηθά στην αύξηση της αίσθησης κορεσμού και μειώνει το σάκχαρο στο αίμα μετά από ένα γεύμα.

Το γάλα βρώμης είναι επίσης φθηνό και εύκολο στην προετοιμασία.

Γάλα ρυζιού

Το γάλα ρυζιού φτιάχνεται από αλεσμένο λευκό ή καστανό ρύζι και νερό και όπως και πολλά άλλα μη-ζωικής προέλευσης γάλατα, ενώ συχνά περιέχει βελτιωτικά γεύσης και υφής.

Το γάλα ρυζιού είναι το λιγότερο αλλεργιογόνο από όλα τα προαναφερόμενα γάλατα.

Αυτό το κάνει αρκετά ασφαλή επιλογή για όσους έχουν δυσανεξία ή αλλεργίες σε γαλακτοκομικά, γλουτένη, ξηρούς καρπούς ή στη σόγια.

Το γάλα ρυζιού είναι ήπιο στη γεύση και φυσικά γλυκό και περιέχει περίπου ίδιο αριθμό θερμίδων με το αγελαδινό γάλα, σχεδόν διπλάσιους υδατάνθρακες και αρκετά λιγότερη πρωτεΐνη και λιπαρά.

Επιπλέον, έχει υψηλό γλυκαιμικό δείκτη που σημαίνει ότι απορροφάται γρήγορα από το έντερο και ανεβάζει το ίδιο γρήγορα το σάκχαρο στο αίμα.

Ως εκ τούτου, μπορεί να μην είναι η καλύτερη επιλογή για τους διαβητικούς.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, η κατανάλωσή του δεν εγείρει λόγους ανησυχίας.

Εντούτοις, αν το ρύζι αποτελεί βασικό στοιχείο της διατροφής σας, τότε είναι καλύτερο να επιλέξετε ένα άλλο είδος γάλακτος, ώστε να παίρνετε κι άλλα θρεπτικά στοιχεία.

 www.y-o.gr 

Κοινοποιήστε το Άρθρο:


Με την περιήγησή σας στο y-o.gr αποδέχεστε την χρήση cookies.